Συλλογές Δημοτικής Πινακοθήκης


Συλλογή Νικολάου Γύζη

Τα έργα του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου Νικόλαου Γύζη, που γεννήθηκε στην Τήνο το 1842 και σπούδασε στη Αθήνα και στο Μόναχο, αποτελούν την μεγαλύτερη και σημαντικότερη δωρεά έργων της πινακοθήκης.
Η συλλογή της οικογένειας Γύζη, από την οποία προέρχονται, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη το 1999. Το 2001 με την συμπλήρωση 100 χρονών από το θάνατο του καλλιτέχνη, πραγματοποιήθηκε η έκθεση, “O Γύζης στην Τήνο” με τα έργα της συλλογής και αμέσως μετά η οικογένεια του ζωγράφου δώρισε στη Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης τη συλλογή της, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας στεγάζεται μόνιμα, στον πρώτο όροφο της Casa Bianca.
Η έκθεση περιλαμβάνει πορτρέτα της οικογενείας Γύζη, αφίσες και διπλώματα, ηθογραφικά, θρησκευτικά και αλληγορικά θέματα, νεκρές φύσεις καθώς και σχέδια και ελαιογραφίες από τη Βαυαρία και το Τιρόλο.
Σε ιδιαίτερη αίθουσα εκτίθενται οι ζελατίνες του καλλιτέχνη, σχέδια με μελάνι πάνω σε φωτογραφικό φιλμ – μια επινόηση του ίδιου, για να ξεπεράσει το πρόβλημα της έλλειψης φωτός τους φθινοπωρινούς μήνες στο Μόναχο.
Μια σειρά ντοκουμέντων, σπάνιων φωτογραφιών και εκδόσεων πλαισιώνει την έκθεση.

Συλλογή Εικόνων

Η συλλογή βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων της Δημοτικής Πινακοθήκης καλύπτει μέρος από το μεγάλο κενό, που υπάρχει στην πόλη, σε φορητές εικόνες που δημιουργήθηκαν στα ζωγραφικά εργαστήρια της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια της βυζαντινής εποχής αλλά και της οργανικής συνέχειάς της στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Οι εικόνες της Δημοτικής Πινακοθήκης διαγράφουν διαχρονικά την πορεία της βυζαντινής ζωγραφικής από τις αρχές του 14ου αι., μία λαμπρή εποχή της βυζαντινής τέχνης, ως τον 19ο αιώνα με την ποικιλία των καλλιτεχνικών τάσεων.

Το 1987, οι 63 εικόνες που αποτελούν τη συλλογή, παραλήφθηκαν από το τμήμα Β’ Κοιμητηρίων Ευαγγελίστριας της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Θεσσαλονίκης για φύλαξη, καταγραφή, μελέτη και ένταξή τους στις συλλογές της. Από την επόμενη χρονιά, άρχισε η συντήρηση των εικόνων υπό την εποπτεία της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με δαπάνες του Δήμου. Από αυτές συντηρήθηκαν οι 35 σημαντικότερες και εκτέθηκαν το 1992, αρχικά στη Ροτόντα και μετά στην Πινακοθήκη. Το 1993 προστέθηκαν, από τον ίδιο ναό, 13 ακόμα εικόνες του τέμπλου του, το βημόθυρο και ο Σταυρός (Λυπηρό). Η αρχαιολόγος Δρ. Α. Τούρτα ανέλαβε την επιστημονική επεξεργασία του υλικού και τη σύνταξη του καταλόγου που τεκμηριώνει τη συλλογή.

Συλλογή Λαϊκής Εικονογραφίας

Στις μόνιμες συλλογές της Δημοτικής Πινακοθήκης ανήκει και η συλλογή 205 λιθογραφιών του Θεσσαλονικιού ζωγράφου, λιθογράφου και εικονογράφου λαϊκών μυθιστορημάτων Σωτήρη Χρηστίδη (1858-1940). Η συλλογή, που αγοράστηκε από την οικογένεια Δούρβαρη, αποτελείται από έργα λαϊκής εικονογραφίας, ενώ μεταξύ των άλλων, ένας μεγάλος αριθμός λιθογραφιών παρουσιάζει προσωπογραφίες Ελλήνων πολιτικών και ηρώων της Ελληνικής Ιστορίας, απεικονίσεις μαχών, καθώς και άλλες σκηνές πατριωτικής θεματολογίας κλπ.

Συλλογή Θεσσαλονικέων καλλιτεχνών

Τα έργα των Θεσσαλονικέων καλλιτεχνών αποτελούν τη σημαντικότερη, από άποψη ποσότητας και ποιότητας, συλλογή που διαθέτει η Δημοτική Πινακοθήκη. Όταν το 1966 ιδρύθηκε επίσημα, υπήρχε ήδη ένας μικρός πυρήνας έργων, που με τα χρόνια ενισχύθηκε, συχνά αμεθόδευτα.

Τρεις είναι οι γενιές των καλλιτεχνών που περιλαμβάνονται στη Συλλογή της Δημοτικής Πινακοθήκης, οι οποίες από τις αρχές του αιώνα έως το 1967, συνεισέφεραν με την πολύπλευρη προσφορά τους στη διαμόρφωση της εικαστικής ζωής της πόλης μας και του τόπου γενικότερα.

Η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς που γεννήθηκαν από το 1898 έως το 1922. Αυτοδίδακτοι στην πλειονότητα τους, πορεύονται τον δρόμο της αυτογνωσίας, μέσα από υλικές στερήσεις και κοινωνικές πιέσεις, αφού αντιμετωπίζουν ένα κοινό ταλαιπωρημένο, λόγω των ιδιαίτερων δραματικών κοινωνικοπολιτικών συνθηκών της εποχής, περιορισμένο και αδιαμόρφωτο από άποψη αισθητικής παιδείας. Όσοι τολμούν να έχουν αποκλειστική επαγγελματική απασχόληση τους τη ζωγραφική, διακινδυνεύουν την ίδια τους την επιβίωση. Η απουσία ειδικών εκθεσιακών χώρων, αγοραστών και η λιγοστή και ανεπαρκώς τεκμηριωμένη αισθητικά προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης, ωθούν τους καλλιτέχνες σε μια ενδοστρέφεια που στις περισσότερες περιπτώσεις, ευτυχώς, δε λειτουργεί καταδικαστικά αλλά δημιουργικά, αφού πυροδοτεί την προσωπική έκφραση, την αναζήτηση του ουσιαστικού και του γνήσιου πέρα από στείρες μιμήσεις, επιτηδεύσεις και εύκολα βολέματα σε παραδοσιακούς τρόπους θεώρησης και άσκησης γαλλική σχολή, δε φέρουν σαφείς επιρροές από της Τέχνης. Ακόμα και οι λίγοι που είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας ή να έλθουν σε απευθείας επαφή με τη συγκεκριμένους δασκάλους. Το βυζαντινό παρελθόν της πόλης, μιας Θεσσαλονίκης που γητεύει με τη γοητεία του προσώπου της, μυθικό πια για μας που συνηθίσαμε τον ακρωτηριασμό της, το ιδιόμορφο τοπίο της Χαλκιδικής και ο μυστικισμός του Αγίου Όρους, σφραγίζουν τις αισθήσεις των πρώτων αυτών καλλιτεχνών, που διοχετεύουν την αγωνία της μοναχικής τους πορείας σε πίνακες όπου το τοπίο φορτίζεται με όλο το βάρος των ψυχικών τους εντάσεων.

Η ευελιξία της κίνησης τους μέσα στα καλλιτεχνικά ρεύματα της σύγχρονης τέχνης και η αφομοιωμένη χρήση πολλών από τα χαρακτηριστικά των τάσεων αυτών σε ιδιώματα πλέον προσωπικά, πέρα από κάθε προσπάθεια μη συμβατικής αναπαράστασης του κόσμου, συνετέλεσαν στην ολοκλήρωση κατακτήσεων και παράλληλα, άνοιξαν τον δρόμο για πειραματισμούς πάνω στα εικαστικά προβλήματα, γεγονός που ωφέλησε τις μετέπειτα γενιές, καρποφορώντας έως τις μέρες μας.

Και βέβαια τομή στην εξέλιξη αυτή αποτέλεσε η εισαγωγή της αφαίρεσης από διακεκριμένους εκπροσώπους αυτής της γενιάς και η επιβολή της, παρά τις αντίξοες συνθήκες και τις αντιδράσεις που δημιουργήθηκαν και που εξακολουθούν να υπάρχουν, οφειλόμενες σε αιτίες που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν. Είτε στις ολοκληρωμένες διατυπώσεις της, είτε στη μερική, κάποτε διστακτική υιοθέτηση της, η αφαίρεση επέτεινε την ανάγκη για ελευθερία έκφρασης, για αμφισβήτηση του καθιερωμένου τρόπου οπτικής των πραγμάτων, για επιδίωξη νέων προσανατολισμών.

΄Ετσι δίνεται η ευκαιρία στην επόμενη γενιά, 1923 – 1940, να διεκδικήσει τους δικούς της στόχους, που είναι ανάλογοι των ρυθμών της ίδιας της ζωής. Γιατί τις ανακατατάξεις, τις αντιφάσεις και τις υπόγειες εσωτερικές διεργασίες της ιστορικής αλλά και της προσωπικής ζωής επιδιώκουν οι καλλιτέχνες αυτοί να φωτίσουν.

Οι σπουδές που οι πιο πολλοί έχουν τη δυνατότητα να κάνουν στην Αθήνα, στο εξωτερικό ή και – σε  ιδιωτικό επίπεδο – κοντά σε δασκάλους, η ενημέρωση μέσω της ταχύτερης διακίνησης ειδικών εντύπων, συνήθως ξένων εκδόσεων, και τα ταξίδια στο εξωτερικό, εκθέτουν τους ανθρώπους αυτής της γενιάς σε παντός είδους ερεθίσματα και τους βοηθούν να αισθανθούν πολίτες του κόσμου πιο πολύ παρά της πόλης τους, την οποία όμως λίγοι εγκαταλείπουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι περισσότεροι επιστρέφουν οργανώνοντας εκθέσεις, συμμετέχοντας σε θεσμούς που αποσκοπούν στη διάδοση της τέχνης.

Διανύοντας την ώριμη περίοδο της δουλειάς τους, τώρα πλέον, προτείνουν μια διαμορφωμένη, τεχνικά άρτια, εικαστική αντίληψη που ήδη μεταδίδεται, σε πολλές περιπτώσεις στους νεότερους μέσω της διδασκαλίας, ενώ παράλληλα εξελίσσονται σταθερά. Το τελευταίο προστιθέμενο στις ανεπαρκείς χρονικές αποστάσεις – απαραίτητες στον ιστορικό της τέχνης – δεν επιτρέπει μια ολοκληρωμένη αποτίμηση της εργασίας τους.

Ο περιορισμός αυτός βέβαια ισχύει πολύ περισσότερο όταν ο ερευνητής αναφέρεται στη μεταπολεμική γενιά του 1941 -1967, παρόλο το επιβλητικό σε όγκο και ποικιλία υλικό που προσφέρει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο αριθμός των καλλιτεχνών από γενιά σε γενιά αυξάνει, χωρίς αυτό να αποτελεί απόδειξη ότι επικρατούν ευνοϊκότερες συνθήκες για την εδραίωση μιας δραστήριας καλλιτεχνικής ζωής. Πολυπληθής δεν είναι μόνο ο αριθμός των δημιουργών της νεότερης γενιάς αλλά και των τάσεων που εκδηλώνονται στα πλαίσια της, μερικές φορές με αδημονία και με βεβιασμένο, θα έλεγε κανείς, τρόπο, σα να επιδιώκεται, πάση θυσία, η συμπόρευση με τη διεθνή πρωτοπορία. Αλλά και αν ακόμα σε μερι­κές περιπτώσεις θυσιάζεται η γνησιότητα και το πηγαίο της έκφρασης, κατά κανόνα καλλιεργείται η ευρηματικότητα, ενισχύεται ο αυτοσχεδιασμός και η διάθεση πειραματισμού με δυναμικό τρόπο.

Τα μεγέθη των πινάκων αυξάνουν, συχνή είναι η χρήση της μικτής τεχνικής. Το λάδι εξακολουθεί να ελκύει σαν υλικό, ενώ λιγότερο απασχολεί η ακουαρέλα σε σύγκριση με την τέμπερα.

Μέσα από το πλήθος της δουλειάς που σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα παρουσιάζουν αυτοί οι δημιουργοί, εκείνο που πρωταγωνιστεί είναι ο συνδυασμός στοιχείων από κάθε περιοχή: καλλιτεχνική, επιστημονική, τεχνολογική, προκειμένου να αναφανεί το πρόσωπο της εποχής κατακερματισμένο και ακατανόητο καθώς είναι. Οι πειραματισμοί, που άλλοτε είναι ευφάνταστοι, αντιφατικοί και ασαφείς και άλλοτε εμπνευσμένοι, ολοκληρωμένοι, αποσκοπούν στη διερεύνηση ή κατάργηση των ορίων ανάμεσα στη ζωή και την Τέχνη. Και οπωσδήποτε προσβλέπουμε στις προσπάθειες αυτές, όχι μόνο γιατί το εγχείρημά τους είναι δύσκολο αλλά γιατί αποτελούν για όλους μας ένα κάλεσμα συμμετοχής.

Α’ Γενιά: Δ. Βιτσώρης, Π. Ρέγκος, Ν. Φωτάκις, Χρ. Λεφάκης, Γ. Παραλής, Ν.Γ. Πεντζίκης, Ομ. Γεωργιάδης, Γ. Κασόλας, Γ. Σβορώνος, Τ. Ιατρού, Κ. Τρακίδης, Κ. Τζίτζεκ, Ε. Κακουλίδου.

Β’ Γενιά: Ν. Σαχίνης, Π. Μοσχίδης, Κ. Νάτση, Λ. Βενετούλιας, Φ. Ζογλοπίτης, Ν. Κεσσανλής, Στ. Μαυρομάτης, Π. Παπανάκος, Γ. Αναστασιάδης, Κ. Λούστας, Δ. Γουναρίδης, Κ. Θεοδώρου, Ι. Μανωλεδάκη, Γ. Κονταξάκης, Α. Ζαμπέτογλου, Γ. Μητράκας, Κ. Καμπαδάκης, Σ. Ζερβόπουλος, Θ. Τζοβαρίδης, Τ. Μακρή, Μ. Τζοβαρίδου, Γ. Χρήστου, Ι. Αγοράστη.

Γ’ Γενιά: Ν. Παραλής, Κ. Δομπούλας, Απ. Κιλεσσόπουλος, Π. Δίκα – Κορνέτη, Μη. Ζαφειριάδης, Απ. Βέττας, Γ. Ζήκας, Γ. Λαζόγκας, Κ. Εμμανουηλίδης, Γ. Κουβάκις, Λ. Χριστίδου, Γ. Μαβίδης, Αρ. Προδρομίδης, Ρ. Τσιτώτα, Δ. Γραμματικός, Κ. Ξανθόπουλος, Δ. Ξόνογλου, Α. Πάντος, Γ. Απότσος, Γ. Φωκάς, Στ. Σκούλος, Ν. Θωμαϊδου, Γ. Μόκαλης, Στ. Κουπέγκος, Ξ. Σαχίνης, Γ. Ιωαννίδης, Ε. Χρυσίδου, Γ. Βούρος, Γ. Τσακίρης, Β. Παυλής, Κ. Καράνος, Στ. Παναγιωτάκης, Ν. Κρυωνίδης, Γ. Ζιώγας, Απ. Γεωργίου.

Συλλογή Χαρακτικής

Ευρύτερα γνωστή στην Ελλάδα η Χαρακτική μέσω των θρησκευτικών εντύπων, των εικονογραφημένων εφημερίδων ή περιοδικών και των λαϊκών λιθογραφιών κατά το 19ο αιώνα, αυτονομείται ως τέχνη στις αρχές του αιώνα μας, θεμελιούμενη από δύο κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους, το Δημήτριο Γαλάνη και το Γιάννη Κεφαλληνό. Και οι δύο τους, ο τελευταίος ιδιαίτερα μετά το 1945, διαμόρφωσαν μία παράδοση που ακολουθήθηκε με περισσότερες ή λιγότερες αποκλίσεις από όλους σχεδόν τους νεότερους Έλληνες χαράκτες. Χαρακτηριστικό τους η μεγάλη δεξιοτεχνία τους, η υψηλή αισθητική και η ερμηνεία της πραγματικότητας με τρόπο λιτό, κλασικό ή συγκρατημένα λυρικό, θέματά τους η ανθρώπινη μορφή, το τοπίο, η νεκρή φύση. Ο Λυκούργος Κογεβίνας και ο Μάρκος Ζαβιτσιάνος συνεισέφεραν ιδιαίτερα στην τεχνική της οξυγραφίας, ενώ οι νεωτεριστικές τάσεις εκδηλώθηκαν από δυο εξαιρετικούς δημιουργούς, τον Ευθύμιο Παπαδημητρίου και το Νίκο Βεντούρα

Χαράκτες όπως ο Δ. Γιαννουκακής, ο Α. Θεοδωρόπουλος, ο Α. Κορογιαννάκης, ο Γ. Μόσχος, ο Α. Αστεριάδης, ο Σ. Βασιλείου, ο Π. Ρέγκος, δημιούργησαν το προσωπικό τους ύφος προπολεμικά, εμπλουτίζοντάς το στη συνέχεια με στοιχεία προερχόμενα από τα νεότερα ευρωπαϊκά ρεύματα, κυρίως αυτά που άνθισαν στη Γαλλία.

Ο Κώστας Γραμματόπουλος, διαδεχόμενος τον Κεφαλληνό στο εργαστήρι χαρακτικής της Α.Σ.Κ.Τ., εισαγάγει την ελεύθερη τεχνική, η οποία αποδεσμευμένη από τα παραδοσιακά υλικά βοηθά τους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα από το 1960 και μετά, να εκφραστούν πιο προσωπικά και σχεδόν ζωγραφικά. Ο Τάσσος και η Κατράκη είναι οι δημιουργοί που συνέχισαν την έρευνα σε τεχνικές κλασικές, τις οποίες εμπλούτισαν, με αποτέλεσμα να μας δώσουν μνημειακή πλέον χαρακτική, άμεσα σχετιζόμενη με τους σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς.

Η συλλογή Ελληνικής Χαρακτικής της Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης καλύπτοντας μια περίοδο 60 χρόνων εξέλιξης του είδους, δίνει μια ικανοποιητική εικόνα της πορείας αυτής.

Περιλαμβάνει 360 έργα χαρακτικής τα οποία προήλθαν από δωρεές και αγορές. Τα περισσότερα ανήκουν σε Έλληνες χαράκτες παλαιούς και νεότερους. Ελάχιστα προέρχονται από ξένους καλλιτέχνες. Εκπροσωπούνται σ΄αυτά όλες οι μορφές ανάπτυξης των τεχνικών της μέσων, ενώ μέσα από τον πλούτο των θεματικών αναφορών και την ποικιλία των εκφραστικών τύπων, διαγράφεται η πορεία της εξέλιξής της στον Ελλαδικό χώρο.

Η συλλογή περιλαμβάνει έργα των:

Γ. Σικελιώτη, Δ. Γαλάνη, Σπ. Βασιλείου, Π. Μοσχίδη, Γ. Μόσχου, Α. Αστεριάδη, Π. Ρέγκου, Ρ. Κοψίδη, Τ. Λλεβίζου, Β. Κατράκη, Κ. Γραμματόπουλου, Β. Σεμερτζίδη, Δ. Γιαννουκάκη, Χρ. Δαγκλή, Ν. Βεντούρα, Γ. Βαρλάμου, Αλ. Κορογιαννάκη, Γ. Δέρπαπα, Κ. Μαλάμου, Ν. Χατζηκυριάκου -Γκίκα, Δ. Παπαγεωργίου, Γ. Δούκα, Β. Χάρου, Π. Τέτση, Λ. Κογεβίνα, Σ. Καραβούζη, Α. Θεοδωρόπουλου, Ν. Νικολάου, Γ. Κεφαλληνού, Γ. Μόραλη, Κ. Δέλιου, Τ. Κατσουλίδη, Α. Παπά, Μ. Παντελιά, Α. Φασιανού, Δ. Μυταρά, Μ. Τζομπανάκη, Χρ. Καρά, Α. Δρούγκα, Μ. Ζιάκα, Μ. Περιβόλα, Ο. Ζούνη, Κ. Ααχά, Γ. Γουρζή, καθώς και των S. Dali, E. Visani, S. Tilson, Lucebert, R. Lichtenstein, A. Tapies, A. Saura, 15 Ιαπώνων Χαρακτών του Συνδέσμου Διεθνών Ανταλλαγών Τόκυο κ.α.

Συλλογή έργων αντιπροσωπευτικών της πορείας της Νεοελληνικής Τέχνης

Ενδιαφέρουσα, αλλά περιορισμένη, περιλαμβάνει έργα  των: Γ. Ιακωβίδη, Επ. Θωμόπουλου, Σπ. Παπαλουκά, Γ. Στέρη, Ν. Εγγονόπουλου, Γ. Μπουζιάνη, Σπ. Βασιλείου, Α. Αστεριάδη, Βρ. Τσούχλου, Γ. Βακαλό, Τ. Μάρθα, Γ. Σπυρόπουλου, Ν. Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Μ. Τόμπρου, Κ. Messare,  Δ. Γιαννουκάκη, Θ. Διπλαράκου, Ντ. Αντωνακάτου, Δ. Μπούκη, Β. Σκιαδά, Φλ. Σπυράτου – Φλόκα, Γ. Βακιρτζή, Α. Παππά, Ν. Σαντοριναίου, Μ. Μποσταντζόγλου, Θ. Μηνόπουλου, Γ. Σικελιώτη, Αν. Γεραλή, Αρ Βασιλικιώτη, Σ. Καραβούζη, Γ. Παρμακέλη,   R. Whitlock, Α. Γιαννούτσου.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterEmail this to someoneShare on LinkedInPrint this page